Μάθημα : ΟΔΥΣΣΕΙΑ: Ενότητες 23-24 "Ο Οδυσσέας φτάνει στο παλάτι της Ιθάκης"
Κωδικός : G1356200
G1356200 - ΜΑΡΙΑ ΚΙΟΥΣΗ
Ενότητες μαθήματος
-
Εμφάνιση όλων των ενοτήτων
Ραψωδία ρ (τα βασικά σημεία)
(39η ημέρα της Οδύσσειας)
- Ο Τηλέμαχος φτάνει στο παλάτι της Ιθάκης μαζί με τον μάντη Θεοκλύμενο. Εξιστορεί στην Πηνελόπη τα σχετικά με το ταξίδι του. Της μεταφέρει την πληροφορία που του είχε δώσει ο Μενέλαος ότι ο Οδυσσέας βρίσκεται αποκλεισμένος στο νησί της Καλυψώς. Ο μάντης Θεοκλύμενος όμως τη διαβεβαίωσε ότι ο Οδυσσέας βρίσκεται στην Ιθάκη και σχεδιάζει την εξόντωση των μνηστήρων.
- Στο μεταξύ ξεκινούν για το παλάτι και ο Εύμαιος με τον Οδυσσέα. Στον δρόμο συναντούν έναν από τους άπιστους δούλους, τον γιδοβοσκό Μελάνθιο, ο οποίος τους έβρισε και κλότσησε τον "ξένο".
- Πλησιάζοντας, ο Οδυσσέας συγκινήθηκε ακούγοντας τη μουσική του Φήμιου και εξέφρασε τον θαυμασμό του για τα ανάκτορα.
- Βλέποντας επίσης ο Οδυσσέας το πιστό σκυλί του Άργο ανήμπορο πάνω στην κοπριά δάκρυσε.
- Ο Οδυσσέας μαζί με τον Εύμαιο μπαίνουν στο μέγαρο. Εκεί ο Οδυσσέας παρακινημένος από την Αθηνά άρχισε να ζητιανεύει από όλους τους μνηστήρες. Ο Αντίνοος επέπληξε τον Εύμαιο που έφερε τον "ζητιάνο" στο παλάτι και θυμωμένος με τον "ζητιάνο" έριξε πάνω του ένα σκαμνί, με το οποίο πέτυχε τον Οδυσσέα στην πλάτη. Οι υπόλοιποι μνηστήρες τον επέπληξαν για την πράξη αυτή, ενώ ο Τηλέμαχος δεν εκδήλωσε την οργή του.
- Η Πηνελόπη μαθαίνοντας το περιστατικό αυτό καταράστηκε τον Αντίνοο και ζήτησε να συναντήσει τον "ξένο", για να ζητήσει πληροφορίες για τον άνδρα της. Ο Οδυσσέας πρότεινε να γίνει αυτή η συνάντηση το βράδυ, αφού αποχωρήσουν οι μνηστήρες από το παλάτι. Στο μεταξύ και ο Εύμαιος φεύγει για το χοιροστάσιο.
Δείτε το παρακάτω απόσπασμα από την ταινία "Οδύσσεια" (1954) σε σκηνοθεσία του Μάριο Καμερίνι.
- Πατώντας πάνω στον τίτλο του μαθήματος μπορείτε να διαβάσετε το απόσπασμα του ομηρικού κειμένου που αναφέρεται στη συνάντηση του Οδυσσέα με τον πιστό του σκύλο Άργο και να δείτε το σχετικό απόσπασμα από την ίδια ταινία.
(Συνάντηση Οδυσσέα-Άργου)
Kι ενώ εκείνοι συναλλάσσοντας τα λόγια τους μιλούσαν,
ένα σκυλί που ζάρωνε, σήκωσε ξαφνικά τ' αυτιά και το κεφάλι του –
ο Άργος του καρτερικού Oδυσσέα! Tον είχε ο ίδιος
μεγαλώσει, όμως δεν πρόλαβε να τον χαρεί· πρωτύτερα
αναχώρησε να πάει στην Τροία.
Τα πρώτα χρόνια οι νιούτσικοι τον έβγαζαν κυνήγι,
και κυνηγούσε αγριοκάτσικα, ζαρκάδια και λαγούς.
Μετά τον παραμέλησαν, αφότου ο κύρης του ταξίδεψε μακριά,
και σέρνονταν στην κοπριά, χυμένη σε σωρούς από τις μούλες
και τα βόδια στην αυλόθυρα μπροστά, απ' όπου
του Oδυσσέα οι δούλοι σήκωναν κάθε τόσο να κοπρίσουν
το μέγα τέμενός του.
όπως ο Oδυσσέας το άφησε, μισεύοντας στην Tροία,Eκεί τώρα σερνόταν το σκυλί, μ' αμέτρητα τσιμπούρια ο Άργος.
Kι όμως, αναγνωρίζοντας τον Oδυσσέα στο πλάι του, σάλεψε την ουρά του και κατέβασε πάλι τ' αυτιά του,
όμως τη δύναμη δεν βρήκε να φτάσει πιο κοντά στον κύρη του.
Tον είδε εκείνος, και γυρίζοντας αλλού το βλέμμα του,
σκούπισε ένα δάκρυ – από τον Eύμαιο κρυφά,
για να τον ξεγελάσει. Ύστερα μίλησε ρωτώντας:
«Eύμαιε, τι παράξενο· τέτοιο σκυλί μες στις κοπριές να σέρνεται,
φαίνεται η καλή του ράτσα. Δεν ξέρω ωστόσο και γι' αυτό
ρωτώ· εξόν από την ομορφιά, ήταν και γρήγορο στο τρέξιμο;
ή μήπως έτσι, σαν τους άλλους σκύλους που τριγυρίζουν
στα τραπέζια των αντρών, και τους κρατούν οι άρχοντες μόνο για το καμάρι τους;»
Kαι τότε, Eύμαιε χοιροβοσκέ, πήρες ξανά τον λόγο κι αποκρίθηκες:
«Ω ναι, ετούτο το σκυλί σ' αυτόν ανήκει που αφανίστηκε
πέρα στα ξένα. Aν είχε ακόμη το σκαρί, αν είχε και την αντοχή,
όπως ο Οδυσσέας το άφησε, μισεύοντας στην Τροία
βλέποντας θα το θαύμαζες και για τη γρηγοράδα
και για την αλκή του· που, κυνηγώντας, δεν του ξέφευγε
κανένα αγρίμι, βαθιά χωμένο στο δάσος το βαθύ –
ξεχώριζε πατώντας πάνω στα πατήματά του.
Tώρα το πλάκωσε η μιζέρια, αφότου χάθηκε το αφεντικό του
μακριά από την πατρίδα του, κι αδιάφορες οι δούλες
αφρόντιστο το αφήνουν.
Ξέρεις, οι δούλοι, σαν τους λείψει το κουμάντο των αρχόντων,
δεν θέλουν πια να κάνουν τη στρωτή δουλειά τους.
Γιατί κι ο Δίας, που το μάτι του βλέπει παντού, κόβει του ανθρώπου
τη μισή αρετή, απ' τη στιγμή που θα τον βρει
η μέρα της σκλαβιάς.»
Mιλώντας πια, προχώρησε στα ωραία δώματα,
και πέρασε στην αίθουσα με τους περήφανους μνηστήρες.
Kι αυτοστιγμεί τον Άργο σκέπασε η μαύρη μοίρα του θανάτου,
αφού τα μάτια του είδαν ξανά, είκοσι χρόνια
περασμένα, τον Oδυσσέα.