Μάθημα : ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ: Η λογοτεχνία του τόπου μας * Σκιάθος

Κωδικός : G1492175

G1492175  -  ΑΣΗΜΙΝΑ ΣΟΥΛΤΑΝΗ

Η ασκητική της μετάφρασης

Ερώτηση 1 (Ελεύθερου Κειμένου — 0 βαθμοί) 

Γιατί η καθαρεύουσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη είναι τόσο διαφορετική από την "άλλη", την "αρχαιόπληκτη" καθαρεύουσα;

Με εφαλτήριο αυτή την τελευταία παρατήρηση, θα ήθελα να περάσω σύντομα σε κάποιες "στιγμές" της νεοελληνικής μεταφραστικής πρακτικής. Θα ξεκινήσω με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και την μετάφρασή του του έργου του Ντοστογιέφσκι Έγκλημα και Τιμωρία (1992).[1] Η μετάφραση αυτή είναι βασισμένη, όπως φαίνεται, στη γαλλική μετάφραση του Ντερελύ (ό.π., 503). Ο Παπαδιαμάντης γράφει, και μεταφράζει, στην καθαρεύουσα. Αλλά η καθαρεύουσα του Παπαδιαμάντη έχει μια διαφορετική "αντήχηση" από την "άλλη", αρχαιόπληκτη καθαρεύουσα. Όμως πώς; Η βυζαντινίζουσα καθαρεύουσά του ηχεί με έναν τρόπο σχεδόν μελωδικό, εκκλησιαστικά μελωδικό, και είναι αυτή η μελωδία, αυτός ο πεζός ψαλμός, που υποβαστάζει την οδύνη που διαπερνά το παπαδιαμαντικό έργο. Οι λέξεις υποτάσσονται σ' αυτό το "αφανές" πεζό μέλος με τον ίδιο, περίπου, τρόπο που υποτάσσονται οι λέξεις στο εμφανές εκκλησιαστικό μέλος. Αυτό είναι, ίσως, που αφαιρεί από την παπαδιαμαντική καθαρεύουσα τη "ρητορεία" που αναγκαστικά συνοδεύει μια μη ομιλούμενη, τεχνητή γλώσσα. Αλλά όχι μόνο αυτό. Στον Παπαδιαμάντη λειτουργεί η παραδοχή των ορίων της βασικής γλωσσικής του επιλογής, που αναιρεί την αντιπαλότητα δημοτικής-καθαρεύουσας. Η δημοτική είναι διάσπαρτη στο έργο του, και όχι μόνο στους διαλόγους, όπως είναι αναμενόμενο.

Σας διαβάζω, τώρα, ένα μικρό κομμάτι από το Έγκλημα και Τιμωρία, σε μετάφραση Παπαδιαμάντη:


Ορθια ενώπιόν του, η γραία εσιώπα και τον ηρώτα διά του βλέμματος. Ήτο εξηκοντούτις, μικρόσωμος και ισχνή, με μικράν σουβλερήν ρίνα και σπινθηροβολούντας εκ μοχθηρίας τους οφθαλμούς. Είχε την κεφαλήν ασκεπή, και η κόμη της, φαιά και λευκάζουσα, έστιλβεν εξ ελαίου. Ράκος φανέλλας περιετύλισσε τον λεπτόν λαιμόν της, μακρόν και λεπτόν ως πόδα όρνιθος. Με όλον τον καύσωνα έφερε επί των ώμων μαδημένην και κιτρινωπήν διφθέραν. Έβηχε δε αδιακόπως (ό.π., 17).

                                                                          Α. Φ. Χριστίδης (2001)